Το Χωριό μου το Διμήνι

img7_31

Το χωριό µου, το ∆ιµήνι
Ένα παιδί από το νεολιθικό ∆ιµήνι µάς διηγείται πώς κυλούσε η ζωή στο χωριό του.

«Ο ήλιος έχει ανέβει πολύ ψηλά στον ουρανό. Βρίσκοµαι εδώ, στη στέγη του µεγάρου από την ώρα που άρχισε ν’ ανατέλλει. Σήµερα είναι η σειρά µου να φυλάω το χωριό. Προσέχω µήπως κάποιοι ξένοι πλησιάσουν, για να τρέξω να το πω αµέσως στον αρχηγό που κατοικεί µέσα στο µέγαρο.
Γεννήθηκα εδώ στο ∆ιµήνι και είµαι εννιά χρονών. Από εδώ ψηλά βλέπω όλο το χωριό µέσα κι έξω από τα τείχη. Οι πόρτες είναι όλες ανοιχτές αυτή την ώρα. Πολλές γυναίκες δουλεύουν στα γύρω χωράφια. Να η µητέρα µου. Σκάβει το χώµα για να σπείρει σιτάρι. Ο πατέρας µου έφυγε πολύ πρωί. Πάει για κυνήγι. Ο αδερφός µου βόσκει σήµερα µόνος του τις κατσίκες µας.
Να, το σπιτάκι µας! Οι τοίχοι του είναι από πέτρα και πλίνθες και η σκεπή από καλάµια. Μέσα έχει ένα µόνο δωµάτιο και το πάτωµα είναι από χώµα που το έχουµε πατήσει πολύ καλά. Η αδερφή µου προσπαθεί ν’ ανάψει φωτιά στην εστία, χτυπώντας µεταξύ τους δυο γυαλιστερές πέτρες. Πάντα έχουµε τέτοιες πέτρες στο σπίτι µας. Τις χτυπάς µεταξύ τους και σπιθίζουν. Θα ψήσει το κυνήγι που θα φέρει ο πατέρας.
Μπροστά σε ένα άλλο σπιτάκι µια άλλη γυναίκα αλέθει µε τις µυλόπετρες τους σπόρους του σιταριού. Θα τους κάνει αλεύρι και µ’ αυτό θα φτιάξει ψωµί. Πάνω στους τοίχους στεγνώνουν δέρµατα ζώων πλυµένα και τεντωµένα καλά.
Ακούω καθαρά τα χτυπήµατα του τεχνίτη που φτιάχνει πέτρινα εργαλεία. Μπαµ! Μπαµ!, χτυπά τη µια πέτρα πάνω στην άλλη. Φτιάχνει τσεκούρια, µαχαίρια, λόγχες, λεκάνες, όλα από πέτρα. Να, ο πατέρας! Έρχεται κουβαλώντας στους ώµους του ένα σκοτωµένο ελάφι. Η µητέρα θα έρθει το σούρουπο. Πάντα φέρνει µαζί της φρούτα και σπόρους για να φάµε κι ένα µεγάλο δεµάτι ξύλα για τη φωτιά.
Τον τελευταίο καιρό στο χωριό µας κάποιος ζυµώνει χώµα µε νερό. Με τον πηλό αυτό πλάθει αγγεία. Τα ψήνει πολλές ώρες µέσα σε δυνατή φωτιά. Αφού ψηθούν και κρυώσουν, τα ζωγραφίζει µε µαύρη µπογιά, που τη φτιάχνει ανακατεύοντας τριµµένο κάρβουνο και λίπος. Όλοι ενδιαφέρονται για τα αγγεία που φτιάχνει. Όταν µεγαλώσω, θα µάθω κι εγώ αυτή την τέχνη και θα φτιάξω πολλά αγγεία.
Όταν ο ήλιος θα κρυφτεί πίσω από το βουνό, ο αδερφός µου θα γυρίσει απ’ τη βοσκή µε τα ζώα µας. Εγώ θα αρµέξω τις κατσίκες µας. Τότε οι πόρτες του τείχους γύρω απ’ το χωριό µας θα κλείσουν. Θα φάµε και µετά θα ξαπλώσουµε στα αχυρένια µας στρώµατα να κοιµηθούµε».

Νεκτάριος Κατσιλιώτης

Ιστορικός – Εκδότης

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *